Παγκόσμιος επιπολασμός της κοιλιοκάκης: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Επιμέλεια: Χριστίνα Λιάβα (Ακαδημαϊκός Υπότροφος Α.Π.Θ), Ευάγγελος Ακριβιάδης (Καθηγητής Παθολογίας-Γαστρεντερολογίας Α.Π.Θ., Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης)
Πηγή: Singh P, Arora A, Strand TA, et al. Global Prevalence of Celiac Disease: Systematic Review and Meta-analysis. Clin Gastroenterol Hepatol 2018; 16: 823-836.

Η κοιλιοκάκη αποτελεί αυτοάνοση εντεροπάθεια η οποία προκαλείται από κατανάλωση τροφών που περιέχουν γλουτένη σε γενετικώς προδιαθετημένα άτομα. Μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες η νόσος θεωρούνταν σχετικώς σπάνια, με εκδήλωση κυρίως στην παιδική ηλικία και σπανίως σε περιοχές εκτός της Ευρώπης. Ωστόσο κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει αναδειχθεί ως σημαντικό πρόβλημα υγείας ανά τον κόσμο. Σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1970, οπότε η διάγνωση της νόσου στηριζόταν αποκλειστικά στην ιστοπαθολογική τεκμηρίωση, στις πιο πρόσφατες οδηγίες η αρχική διαγνωστική προσέγγιση στην πλειονότητα των περιπτώσεων στηρίζεται στην παρουσία θετικών ορολογικών δεικτών, ενώ η λήψη βιοψιών από το λεπτό έντερο χρησιμεύει για την επιβεβαίωση της διάγνωσης. Με την απλοποίηση των διαγνωστικών κριτηρίων και την ευρεία διάδοση της χρήσης των ορολογικών εξετάσεων καθίσταται πλέον εφικτή η εκτίμηση του επιπολασμού της κοιλιοκάκης στον παγκόσμιο γενικό πληθυσμό. Αυτός επηρεάζεται κυρίως από την κατά κεφαλήν κατανάλωση σίτου και τον επιπολασμό των HLA-προδιαθετημένων ατόμων, παράγοντες οι οποίοι μεταβάλλονται από χώρα σε χώρα.

Οι πρώτες μελέτες εκτίμησης του επιπολασμού της κοιλιοκάκης πραγματοποιήθηκαν σε χώρες της Ευρώπης, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν αναφορές και σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπως στη Νότια Αμερική, στην Αυστραλία αλλά και στη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Προκειμένου να εκτιμηθεί ο παγκόσμιος επιπολασμός της κοιλιοκάκης και οι διακυμάνσεις από χώρα σε χώρα, διεξήχθη η παρούσα συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των διαθέσιμων στη βιβλιογραφία δεδομένων, από τον Ιανουάριο του 1991 έως και το Μάρτιο του 2016. Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 96 μελέτες από τις 3.843 που ανακλήθηκαν από τη βιβλιογραφία. Η διάγνωση της νόσου στηρίχθηκε στον θετικό ορολογικό έλεγχο (παρουσία αντισωμάτων έναντι της ιστικής τρανσγλουταμινάσης ή/και έναντι του ενδομυίου) ή/και στα ιστοπαθολογικά ευρήματα. Σε περίπτωση απουσίας ορολογικού ελέγχου, η διάγνωση τέθηκε από την ιστολογική εξέταση και την κλινική ή/και την ιστολογική βελτίωση μετά από δίαιτα ελεύθερη σε γλουτένη.

Στην ανάλυση περιελήφθησαν 275.818 άτομα, από τα οποία 5.571 ανευρέθηκαν οροθετικά για κοιλιοκάκη (παγκόσμιος επιπολασμός οροθετικής κοιλιοκάκης ανέρχεται 1,4%). Στην επιμέρους ανάλυση ο επιπολασμός κυμάνθηκε από 1,1% στην Αφρική, 1,3% στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, 1,4% στην Ωκεανία και στη Νότια Αμερική, 1,6% στη Μέση Ανατολή, 1,8% στην Ασία, έως και 2,6% στη Βορειοανατολική Ασία. Οι συγγραφείς σχολιάζουν ότι οι διακυμάνσεις στον επιπολασμό της κοιλιοκάκης μεταξύ των χωρών ανά τον κόσμο πιθανότατα οφείλονται τόσο σε γενετικούς (HLA και μη-HLA σχετιζόμενους) όσο και σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως τα πρότυπα κατανάλωσης σίτου, η ηλικία έναρξης κατανάλωσης σίτου, οι διατροφικές συνήθειες των βρεφών, οι γαστρεντερικές λοιμώξεις, η χρήση αντιβιοτικών και αναστολέων της αντλίας πρωτονίων και το ποσοστό των διενεργούμενων καισαρικών τομών.

Για την εκτίμηση του επιπολασμού της ιστολογικώς επιβεβαιωμένης κοιλιοκάκης, αποκλείστηκαν 42 μελέτες, στις οποίες δεν είχαν ληφθεί βιοψίες ή περιελάμβαναν πληθυσμό οροθετικών ατόμων που υποβλήθηκαν σε βιοψία σε συχνότητα μικρότερη του 50%, με αποτέλεσμα τελικώς να συμπεριληφθούν 57 μελέτες που διέθεταν συνδυασμό ορολογικών και ιστολογικών δεδομένων. Από τα 138.792 άτομα που μελετήθηκαν, 1.372 ανευρέθησαν με ιστολογικά επιβεβαιωμένη κοιλιοκάκη. Συνεπώς ο παγκόσμιος επιπολασμός της ιστολογικά επιβεβαιωμένης κοιλιοκάκης ήταν 0,7%. Συγκεκριμένα στην Ευρώπη, στην Ωκεανία και σε περιοχές της Βορειοανατολικής Ασίας βρέθηκε 0,8%, στην Ασία και στη Μέση Ανατολή 0,6%, στη Νότια Αμερική και στην Αφρική 0,5% και στη Βόρεια Αμερική 0,4%. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η συχνότητα ήταν υψηλότερη (x1,5 φορές) στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες και αντιστοίχως, στα παιδιά (x2 φορές) σε σύγκριση με τους ενήλικες. Σε διαχρονική ανάλυση ο επιπολασμός της κοιλιοκάκης εμφάνισε ανοδική πορεία από 0,6% τη χρονική περίοδο 1991-2000 σε 0,8% το 2000-2016. Η διαφορά μεταξύ του επιπολασμού της οροθετικής και της ιστολογικώς επιβεβαιωμένης κοιλιοκάκης αποδόθηκε στην ευρεία διακύμανση των οροθετικών ατόμων που υποβλήθηκαν σε βιοψίες (από 51,2% έως και 100%) ή σε ορισμένες περιπτώσεις σε ψευδώς θετικό ορολογικό έλεγχο.

Συμπερασματικά, από τα αποτελέσματα της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης προκύπτει ότι ο παγκόσμιος επιπολασμός της οροθετικής κοιλιοκάκης ανέρχεται σε 1,4%, ενώ ο αντίστοιχος της ιστολογικώς επιβεβαιωμένης σε 0,7% με ευρείες διακυμάνσεις μεταξύ φύλου, ηλικίας και χώρας διαμονής.

Back To Top