Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση της αποτελεσματικότητας της αντιμετώπισης του οισοφάγου Barrett με χαμηλόβαθμη δυσπλασία με τη μέθοδο των ραδιοσυχνοτήτων.

Επιμέλεια: Ηλιάνα Παπαδοπούλου (Ειδικευόμενη Γαστρεντερολόγος, Νοσοκομείο Μεταξά), Ευτυχία Τσιρώνη (Επιμελήτρια Α' Γαστρεντερολόγος, Νοσοκομείο Μεταξά).

Πηγή: “Systematic review and meta-analysis of the effectiveness of radiofrequency ablation in low grade dysplastic Barrett’s esophagus”. Gargi Pandey, Mubashir Mulla, Wyn G.Lewis, et al, Endoscopy 2018: 50: 953-960

Ο οισοφάγος Barrett (ΒΕ) είναι μια προκαρκινική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση του φυσιολογικού πλακώδους επιθηλίου του οισοφάγου με κυλινδρικό, με παρουσία εντερικής μεταπλασίας. Κύριος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση οισοφάγου Barrett αποτελεί η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, παρότι ορισμένοι ασθενείς με οισοφάγο Barrett είναι ασυμπτωματικοί. Η κοιλιακή παχυσαρκία, το κάπνισμα, η παρουσία διαφραγματοκήλης και το ανδρικό φύλο, σχετίζονται επίσης με την εμφάνιση οισοφάγου Barrett.

Η επίπτωση του ΒΕ αυξάνεται στον Δυτικό κόσμο. Το ποσοστό ανέρχεται σε 2% στους ενήλικες, γεγονός που έχει συσχετισθεί με παράλληλη αύξηση της επίπτωσης του αδενοκαρκινώματος του οισοφάγου. Η εντερική μεταπλασία (ΙΜ), είναι δυνατόν να εξελιχθεί μέσω χαμηλόβαθμης δυσπλασίας (LGD) και εν συνεχεία υψηλόβαθμης δυσπλασίας (HGD), σε αδενοκαρκίνωμα οισοφάγου, που χαρακτηρίζεται από κακή πρόγνωση.

Η αντιμετώπιση του ΒΕ με LGD αποτελεί ένα πεδίο διαφωνίας μεταξύ των ειδικών, πρώτον λόγω της φυσικής ιστορίας της πάθησης που δεν είναι πλήρως κατανοητή και ακολουθεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια αργά εξελισσόμενη πορεία, δεύτερον λόγω της μεγάλης ασυμφωνίας μεταξύ των παθολογοανατόμων σχετικά με την ιστολογική διάγνωση και την παρουσία ή όχι δυσπλασίας.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση του οισοφάγου Barrett, όταν εμπλέκεται με χαμηλόβαθμη δυσπλασία, είναι αμφιλεγόμενη: είτε προτείνεται ενδοσκοπική παρακολούθηση με λήψη βιοψιών είτε ενδοσκοπική αντιμετώπιση με εκτομή, αντιμετώπιση με ραδιοσυχνότητες, φωτοδυναμική θεραπεία ή κρυοθεραπεία. Η θεραπεία με ραδιοσυχνότητες (radiofrequency ablation – RFA) είναι μια ενδοσκοπική τεχνική ελεγχόμενης μετάδοσης ραδιοσυχνοτήτων στο βλεννογόνο του οισοφάγου, που αναφέρεται ως ασφαλής και αποτελεσματική. Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου αποτελεί αντικείμενο της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης.

Ο σκοπός της ανασκόπησης ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της RFA στις περιπτώσεις οισοφάγου Barrett με χαμηλόβαθμη δυσπλασία, έναντι της παρακολούθησης με ενδοσκόπηση και λήψη βιοψιών.

Στην ανασκόπηση συμπεριελήφθησαν έρευνες που περιελάμβαναν ασθενείς με οισοφάγο Barrett και LGD που αντιμετωπίσθηκαν με RFA (στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 1990 έως τον Μάιο 2017). Εν συνεχεία, καταμετρήθηκε ο αριθμός των ασθενών στους οποίους η θεραπεία οδήγησε σε πλήρη εξάλειψη της εντερικής μεταπλασίας και δυσπλασίας, ο αριθμός αυτών που εμφάνισαν HGD ή καρκίνο, και αυτών που υποτροπίασαν.

Στην μετα-ανάλυση συμπεριελήφθησαν οκτώ μελέτες που περιελάμβαναν συνολικά 619 ασθενείς με LGD (οι 404 είχαν υποβληθεί σε RFA, ενώ στους 215 είχε εφαρμοσθεί ενδοσκοπική παρακολούθηση). Μετά από ένα μέσο χρονικό διάστημα παρακολούθησης 26 μηνών (με εύρος 12-44 μήνες), τα ποσοστά πλήρους εξάλειψης της εντερικής μεταπλασίας και της δυσπλασίας στους ασθενείς μετά από RFA, ήταν 88,17% και 96,69% αντίστοιχα. Μετά την σύγκρισή τους με τους ασθενείς που παρακολουθήθηκαν ενδοσκοπικά, η εφαρμογή RFA είχε σαν αποτέλεσμα σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά εξέλιξης σε HGD ή καρκίνο (odds ratio [OR] 0.07, 95 %CI 0.02 – 0.22). Τα ποσοστά υποτροπής της εντερικής μεταπλασίας και της δυσπλασίας ήταν 5,6% και 9,66% αντίστοιχα. Οι συχνότερες επιπλοκές της θεραπείας ήταν η στένωση του οισοφάγου και η αιμορραγία.

Η έρευνα αυτή, που περιέλαβε πάνω από 600 ασθενείς, αποτελεί την μοναδική μετα-ανάλυση σχετικά με την αποτελεσματικότητα της RFA σε ασθενείς διαγνωσμένους με οισοφάγο Barrett και χαμηλόβαθμη δυσπλασία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, η εφαρμογή RFA εκριζώνει σε ποσοστό 96% των ασθενών την χαμηλόβαθμη δυσπλασία και μειώνει -τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα -, την εξέλιξής της σε υψηλόβαθμη δυσπλασία και καρκίνο, σε σύγκριση με την ενδοσκοπική παρακολούθηση των ασθενών αυτών.

Back To Top