• Αρχική
  • Άρθρα
  • Διαταραχές άγχους και θυμικού προϋπάρχουν σε ασθενείς με λειτουργικές γαστρεντερικές διαταραχές προ της εμφάνισης των συμπτωμάτων, συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό.

Διαταραχές άγχους και θυμικού προϋπάρχουν σε ασθενείς με λειτουργικές γαστρεντερικές διαταραχές προ της εμφάνισης των συμπτωμάτων, συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό.

Πηγή:Mood and Anxiety Disorders Precede Development of Functional Gastrointestinal Disorders in Patients but not in the Population
Michael P. Jones, Jan Tack, Lukas Van Oudenhove, Marjorie M. Walker,
Gerald Holtmann, Natasha A. Koloski, Nicholas J. Talley
Γεώργιος Β. Παπαθεοδωρίδης, Καθηγητής Παθολογίας-Γαστρεντερολογίας, Διευθυντής Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Λαϊκό»
Σχεδόν το ένα τρίτο του γενικού πληθυσμού παρουσιάζει συμπτώματα που εντάσσονται σε μια γενικότερη κατηγορία παθήσεων που είναι γνωστές ως λειτουργικές γαστρεντερικές διαταραχές (ΛΓΔ). Αυτές εξ ορισμού σχετίζονται με μη εμφανή παθολογία και στην αιτιολογία τους, η οποία δεν είναι επαρκώς κατανοητή, έχουν ενοχοποιηθεί, μεταξύ άλλων, στρεσογόνοι ψυχολογικοί παράγοντες, όπως παιδική και σεξουαλική κακοποίηση. Ενώ, λοιπόν, οι ΛΓΔ έχουν συσχετιστεί ισχυρά με συναισθηματικές διαταραχές, ιδίως με άγχος και με κατάθλιψη, τα διαχρονικά δεδομένα πάνω στην αιτιότητα είναι ελλιπή και δεν συμφωνούν μεταξύ τους: δεν έχει καταστεί σαφές από τις μέχρι τώρα μελέτες εάν η εμφάνιση των ΛΓΔ προηγείται ή έπεται των ψυχολογικών συμπτωμάτων, δηλαδή εάν η σειρά εμφάνισης ψυχολογικών συμπτωμάτων και συμπτωμάτων ΛΓΔ ακολουθεί τη διαδρομή από τον εγκέφαλο προς το έντερο ή το αντίστροφο. Απάντηση σε αυτό το ερώτημα επιχείρησαν να δώσουν οι συγγραφείς, αναλύοντας δεδομένα από 2 ανεξάρτητες μελέτες.
Η πρώτη ήταν μια αναδρομική μελέτη ηλεκτρονικών φακέλων 5.209 ασθενών στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι αναζήτησαν φροντίδα από γενικούς ιατρούς και διαγνώστηκαν με ΛΓΔ (σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, δυσπεψία ή δυσκοιλιότητα) και αγχώδη ή συναισθηματική διαταραχή σε μια μέση περίοδο 13,1 ετών. Καταγράφηκαν οι διαγνώσεις με τη σειρά που εμφανίζονταν στο φάκελο, με το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο καταγραφών να εκλαμβάνεται ως το διάστημα ανάμεσα στην εμφάνιση των συμπτωμάτων. Τελικά, συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις 4.966 ασθενείς οι οποίοι πληρούσαν το κριτήριο για λήψη θεραπείας για αμφότερες τις διαγνώσεις. Η σειρά εμφάνισης προσαρμόστηκε για το φύλο και κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες των ασθενών. Η δεύτερη μελέτη συμπεριλάμβανε συλλογή δεδομένων από γενικό πληθυσμό σε μια περιοχή στο Δυτικό Σύδνεϋ, στην Αυστραλία. Συμπεριλήφθησαν 1.002 άτομα, τα οποία επιλέχθηκαν με τυχαίο τρόπο και παρακολουθήθηκαν για την περίοδο 1997 έως 2009. Τα άτομα αυτά έπρεπε κατά την έναρξη της μελέτης να έχουν μόνο ΛΓΔ ή συναισθηματικές διαταραχές και έπρεπε να εμφανίσουν είτε τις συναισθηματικές διαταραχές ή τις ΛΓΔ (αντίστοιχα) μέσα στα 12 έτη παρακολούθησης. Οι ΛΓΔ αξιολογήθηκαν με χρήση των κριτηρίων Ρώμης ΙΙ (ήταν επίκαιρα κατά τη διεξαγωγή της μελέτης) και οι συναισθηματικές διαταραχές με τη βαθμολογία DSSI. Οι ομάδες των δύο διαφορετικών οδών εμφάνισης (εγκέφαλος προς έντερο και έντερο προς εγκέφαλο) συγκρίθηκαν αναφορικά με την ηλικία, το φύλο, την προσωπικότητα, τα αρχικά επίπεδα άγχους και κατάθλιψης και τις βαθμολογίες GHQ και ποιότητας ζωής.
Όσον αφορά στα αποτελέσματα, για την πρώτη μελέτη, 3.007 ασθενείς διαγνώστηκαν με ΣΕΕ, 2.929 με δυσπεψία και 1.049 με δυσκοιλιότητα (πάνω από 1 διάγνωση ανά ασθενή), με την πλειονότητα να είναι γυναίκες (>75% για όλες τις διαγνώσεις). Από τα 4.966 άτομα που αναζήτησαν υγειονομική περίθαλψη σε γενικό ιατρό, οι 3.279 είχαν διαγνωστεί με συναισθηματική ή αγχώδη διαταραχή προτού τεθεί διάγνωση οποιασδήποτε ΛΓΔ (συνολική αναλογία 2:1). Η αναλογία αυτή ήταν αυξημένη σε περιπτώσεις όπου υπήρχε κατώτερο κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο. Η διάμεση περίοδος εμφάνισης ΛΓΔ μετά από συναισθηματική διαταραχή ήταν 3,5 χρόνια για όλες τις ΛΓΔ, ενώ η αντίστοιχη περίοδος εμφάνισης συναισθηματικής διαταραχής (οποιαδήποτε) μετά από ΛΓΔ ήταν 1,8 χρόνια. Συνεπώς, οι αγχώδεις ή συναισθηματικές διαταραχές φαίνεται να διαγιγνώσκονται πολύ πιο γρήγορα μετά από ΛΓΔ σε σχέση με τις ΛΓΔ μετά από συναισθηματική διαταραχή. Στη δεύτερη μελέτη, εκτίμηση της σειράς εμφάνισης μεταξύ ΛΓΔ και συναισθηματικών διαταραχών ήταν τελικά δυνατή για 143 από τα 1.002 άτομα που συμπεριλήφθησαν αρχικά. Τα ποσοστά ήταν παρόμοια μεταξύ εκείνων που διαγνώστηκαν με αγχώδη ή συναισθηματική διαταραχή πριν ή μετά από ΛΓΔ (47% έν. 53%).
Συμπερασματικά, οι συγγραφείς βρήκαν πως τα συμπτώματα άγχους/κατάθλιψης προηγήθηκαν των ΛΓΔ στα 2/3 εκείνων που αναζήτησαν περίθαλψη από γενικό ιατρό, ενώ σε ένα άλλο τυχαίο δείγμα πληθυσμού, το οποίο όμως ήταν σημαντικά μικρότερο, δεν υπήρξε ουσιαστική διαφορά (προηγήθηκαν οι ΛΓΔ σε ποσοστό 53%). Επίσης, βρήκαν πως ο χρόνος εμφάνισης συναισθηματικής διαταραχής μετά από ΛΓΔ είναι περίπου ο μισός σε σχέση με το χρόνο για να συμβεί το αντίστροφο, υποδεικνύοντας γρήγορη επίδραση των ΛΓΔ στην ανάπτυξη συμπτωμάτων συναισθηματική διαταραχής. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο χρόνος είναι αρκετά μεγάλος (1,8 έτη στην πρώτη περίπτωση) ώστε να ληφθούν κατάλληλες προληπτικές ενέργειες. Για παράδειγμα, η εμφάνιση ΛΓΔ θα πρέπει να αντιμετωπιστεί προτού η βαρύτητά τους γίνει τέτοια ώστε να οδηγήσει ή να συντελέσει στην ανάπτυξη αγχώδους/συναισθηματικής διαταραχής. Τέλος, τα ευρήματα αμφότερων των μελετών υποστηρίζουν πως ενδέχεται δυσμενείς κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες να έχουν κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη ΛΓΔ σε ασθενείς με ψυχολογικές διαταραχές.